Κάποιες φορές οι ίδιες οι λέξεις μας κοιτάνε στα μάτια φανερώνοντας το πραγματικό τους νόημα αλλά εμείς αδυνατούμε να τις δούμε για αυτό που είναι. Δίνουμε σε αυτές τη δική μας υποκειμενική ερμηνεία, προσπερνώντας τις, χάνοντας την ευκαιρία της παρατήρησης και της μάθησης.
Η μάθηση πάντα υπονοεί αλλαγή. Η «δυσλεξία» (η λέξη εξυπηρετεί άλλους σκοπούς ενώ δεν υφίσταται δυσλειτουργία) με βοηθά να μη θεωρώ σχεδόν τίποτα δεδομένο αλλά να θέλω να βρίσκω νόημα, μέσα στο πλαίσιο στο οποίο βρίσκεται κάτι και όχι ανεξάρτητα από αυτό. Μια τέτοια λέξη, στην οποία έχουμε αποδώσει λανθασμένο νόημα, είναι η «αυτοπεποίθηση».
Η ερμηνεία που δίνει το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη είναι: το να εμπιστεύεται κανείς τον εαυτό του – η άνεση, η σιγουριά που εκπέμπουν οι κινήσεις αυτού που έχει αυτοπεποίθηση. Συνεπώς, συνηθίζουμε να μιλάμε για «έλλειψη αυτοπεποίθησης» όταν κάποιος δεν εμπιστεύεται τον εαυτό του. Αν τολμήσουμε τη σύνθεση πληροφοριών, βλέπουμε πιο κάτω, στο ίδιο λεξικό, την ερμηνεία της λέξης «πεποίθηση», το δεύτερο συνθετικό της λέξης «αυτο-πεποίθηση»: απόλυτη βεβαιότητα ότι αυτό που πιστεύει ή ισχυρίζεται κανείς, ισχύει πραγματικά (πείθω, πίστη).



















