ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗ ΜΑΘΗΣΗ

Η μάθηση ξεκινάει από την αυτο-εκτίμηση και την αυτο-αποδοχή.

2009/12/18

Αυτογνωσία: μια λέξη, πολλές ερμηνείες




Οι λέξεις δεν έχουν μια αντικειμενική ερμηνεία και έννοια. Ο καθένας δίνει σ’ αυτές την ερμηνεία που ταιριάζει με τις απόψεις, τις ανάγκες και τις προθέσεις του, αυτήν που ανταποκρίνεται στις συνθήκες της ζωής του, το χρόνο και τον πολιτισμό που τις χρησιμοποιεί. Μια τέτοια, μοντέρνα, παρεξηγημένη ίσως, λέξη είναι η «Αυτογνωσία».

Για την ψυχανάλυση, «Αυτογνωσία» σημαίνει θεραπεία. Ο ασθενής, με τη βοήθεια και την καθοδήγηση του ψυχαναλυτή (ψυχίατρου ή ψυχολόγου), προσπαθεί να ανακαλέσει από το υποσυνείδητο (όπου είναι θαμμένα και καταπιεσμένα), παρελθοντικά βιώματα στην επιφάνεια, με σκοπό να ανακαλύψει τις αιτίες των προβλημάτων του. Η ψυχανάλυση ενδιαφέρεται για το «γιατί» και ο κύριος χρόνος με τον οποίο ασχολείται είναι το παρελθόν.


Αν και η διαδικασία αυτή μπορεί να προσφέρει κάποια ανακούφιση και κάποιες απαντήσεις, παραμένει υπερβολικά μακροχρόνια, κουραστική και αντι-οικονομική (όχι μόνο χρηματικά αλλά χρονικά και ενεργειακά). Είναι αμφίβολο αν η ανακάλυψη των αιτιών, μεταβάλλει τη θεώρηση της ζωής, την αρρωστημένη-νευρωτική στάση ζωής. Δημιουργείται μια σχέση εξάρτησης μεταξύ ασθενή και γιατρού, καθώς δεν επιτυγχάνεται αυτό-ψυχανάλυση και αυτοϊαση του πάσχοντα.

Στην άλλη πλευρά, της σημερινής «fast-food» εποχής, που αναζητά «λύσεις τώρα» και ενδιαφέρεται για γρήγορα αποτελέσματα, η Αυτογνωσία αποκτά άλλη έννοια. Ονομάζεται «coaching» και σ’ αυτό ανήκουν οι νέες τάσεις «θετικής σκέψης» της Νέας Εποχής (τύπου «Το Μυστικό»). Το «coaching» ασχολείται κυρίως με το μέλλον, σε μια προσπάθεια αλλαγής της συμπεριφοράς του πελάτη με σκοπό την επιτυχία των στόχων και των επιθυμιών του. Είναι μια ταχύτατη διαδικασία (από μια έως πέντε συνεδρίες) που ασχολείται με ειδικά και συγκεκριμένα θέματα που ο πελάτης θεωρεί ότι χρειάζεται. Ο «coach» (σε ελεύθερη μετάφραση «προπονητής»), προτείνει καταλληλότερες συμπεριφορές και υποδεικνύει στον πελάτη του τι πρέπει να κάνει πράξη.

Τα όποια αποτελέσματα ή λύσεις είναι επιφανειακά και βραχυπρόθεσμα. Ο πελάτης ελάχιστα γνωρίζει τον εαυτό του, ενώ προσπαθεί να αλλάξει τη ζωή του, δημιουργώντας και πάλι μια σχέση εξάρτησης με τον «προπονητή» - ειδικό, τον οποίο χρειάζεται για να τον καθοδηγεί και να του υποδεικνύει σωστούς τρόπους λειτουργίας και συμπεριφοράς.

Ανάμεσα στις δυο αυτές γραμμές σκέψης (με τις πολλές μεθόδους και σχολές τους η κάθε μία), υπάρχει και μια άλλη έννοια της «Αυτογνωσίας», όχι τόσο ευρέως διαδεδομένη ούτε τόσο στη μόδα όπως τις άλλες δυο... όχι χωρίς λόγο. Δεν είναι θεραπεία γιατί δεν υπάρχει ασθενής, ούτε υπόδειξη αφού κανείς δεν μπορεί να είναι «ειδικός» στη ζωή κανενός. Είναι διδασκαλία και οι «συνεδρίες» είναι μαθήματα, στα οποία ο δάσκαλος παραμένει ταυτόχρονα μαθητής, σε μια μοναδική σχέση που δημιουργεί με τον κάθε μαθητή του. Είναι μια κοινή πορεία μάθησης, ανακάλυψης, ωρίμανσης, με σκοπό την ελευθερία και την ανεξαρτησία του μαθητή, από το φόβο και τους περιορισμούς του, αλλά και από το δάσκαλο, καθώς ανακαλύπτει τη δική του εσωτερική καθοδήγηση.

Βασικός χρόνος εστίασης το παρόν, στο οποίο συμπεριλαμβάνεται με τρόπο δημιουργικό, το παρελθόν (με τους ήδη υφιστάμενους προγραμματισμούς) και το μέλλον (ως προβολή των αποφάσεων του παρόντος). Ο δάσκαλος προσφέρει τα εργαλεία που θα βοηθήσουν το μαθητή να γνωρίσει άγνωστες πτυχές του εαυτού, τον τρόπο λειτουργίας, τις πραγματικές προθέσεις, την αθέατη πλευρά του εαυτού του. Τα μαθήματα αφορούν περισσότερο το «αισθάνεσθαι» παρά το «σκέπτεσθαι», το «είναι» παρά το «έχειν, την πράξη παρά το σχεδιασμό, τη βιωματική παρά την νοητική κατανόηση και την ενεργοποίηση του δεξιού ημισφαιρίου του εγκέφαλου παρά την υπερφόρτωση του ήδη φορτωμένου από πληροφορίες αριστερού ημισφαιρίου.

Τα μαθήματα της Αυτογνωσίας έχουν κεντρικό άξονα την αντικειμενική, δημιουργική αυτό-παρατήρηση, στην οποία εκπαιδεύεται ο μαθητής. Το άτομο αντιμετωπίζεται ολιστικά, καθώς τα διάφορα θέματα που τον απασχολούν δεν είναι ανεξάρτητα ή διαφορετικά μεταξύ τους, αφορούν δε όλα τα επίπεδα της ύπαρξης (σώμα – νους – πνεύμα). Η διαδικασία περιλαμβάνει τα στάδια της αναγνώρισης, της κατανόησης, της αποδοχής και τελικά της επιλογής που ο μαθητής κατακτά με την ελεύθερη (πλέον) βούληση του συνειδητού ενήλικα.

Τα μαθήματα της Αυτογνωσίας αποτελούν «μόνο» εφόδια, θέτουν τις βάσεις πάνω στις οποίες ο διαβάτης της ζωής πορεύεται στο μοναδικό ταξίδι που αξίζει να κάνει ο κάθε άνθρωπος… Το ταξίδι προς τον Εαυτό του. Ο μαθητής παραμένει απόλυτα ελεύθερος να χρησιμοποιήσει, στο βαθμό που ο ίδιος επιλέγει, τα εργαλεία που δίνονται καθώς και τη βιωματική – διαισθητική γνώση του δασκάλου, ο οποίος δεν ενδιαφέρεται για αιώνιους μαθητές ή οπαδούς, αλλά συμβάλλει στη δημιουργία ανεξάρτητων, ελεύθερων ανθρώπων, απόλυτα ικανών να αντλήσουν τη γνώση και τη σοφία που ενυπάρχει στον καθένα.

Δεν μοιάζει με την παραδοσιακή μέθοδο της ψυχανάλυσης, ούτε με την πιο «in» μέθοδο του «coaching». Ενώ συνδυάζει κάποια από τα χαραχτηριστικά των δυο σχολών, είναι πολύ πιο ολοκληρωμένη και ουσιαστική οδός γιατί δεν ανήκει σε κανένα σύστημα ούτε έχει δεσμεύσεις θεωρητικές, ιδεολογικές, κοινωνικές, πολιτισμικές. Οι λύσεις, που ο μαθητής ανακαλύπτει μόνος του είναι μόνιμες, η γνώση είναι βιωματική, η θέαση γίνεται σφαιρική, η δράση γίνεται συνειδητή, ο νους γαληνεύει και η ζωή αποκτά νόημα και σκοπό. Το «πώς» ξεκαθαρίζεται χωρίς προσπάθεια και έλεγχο, με τη μετατόπιση της συνειδητότητας. Το «γιατί» αποκτά πραγματικό νόημα και το παρόν γίνεται ο μόνος πραγματικός χρόνος που υπάρχει.

Είναι αναμφίβολα ένας δρόμος χωρίς επιστροφή, αφού ο περιοριστικός τρόπος σκέψης δεν είναι πλέον δυνατός καθώς η συνείδηση αρχίζει να «ξυπνάει» από την ‘εν υπνώσει’ κατάσταση όπου βρισκόταν. Η δημιουργική φαντασία απελευθερώνεται, η δημιουργικότητα, η διαίσθηση, η έμπνευση αναπτύσσονται. Τα οφέλη είναι πολλά και συνεχή, καθώς ο μαθητής αποκτά καινούργια σχέση με τον εαυτό του, τους γύρω του, τον κόσμο στον οποίο ανήκει.


Θεωρείται δύσκολο αρχικά, όπως κάθε τι καινούργιο που αξίζει, αφού ξεβολεύει την παγιωμένη, παθητική στάση ζωής που έχουμε εκπαιδευτεί να ακολουθούμε. Τα «δώρα» είναι εξίσου εντυπωσιακά, μοναδικά και πολύτιμα αλλά τα ανακαλύπτει κανείς μόνο όταν αποφασίσει να πορευτεί βιωματικά (και όχι νοητικά) στο δρόμο αυτό. Είναι ο δρόμος προς την ελευθερία, την αλήθεια, την κατανόηση, τη συμπόνια, το σεβασμό, την πραγματική αγάπη.

Είμαστε δημιουργοί της πραγματικότητας μας και ενόσω επιλέγουμε να το αγνοούμε αυτό, μεταθέτοντας την ευθύνη της ζωής μας κάπου αλλού ή σε κάποιον άλλον, θα παραμένουμε περιορισμένοι, δέσμιοι των πεποιθήσεων μας και των οποιωνδήποτε «εχθρών» έχουμε ορίσει ως δυνάστες της ζωής μας… ανεξάρτητα από την ερμηνεία που δίνουμε στη λέξη Αυτογνωσία.

2009/12/11

Έρωτας και Θάνατος



Δύσκολο θέμα ο θάνατος για να το διαχειριστεί κανείς και δεν θα επιχειρήσω να το κάνω από φιλοσοφική, θρησκευτική ή οποιαδήποτε θεωρητική άποψη. Ο θάνατος είναι μέρος της ζωής μας, είτε αποφεύγουμε να τον συζητάμε είτε όχι. Τον ζούμε σαν τραγωδία, μας διαλύει όταν χάνουμε κοντινά μας πρόσωπα, επειδή είναι εχθρός και όχι μέρος της ζωής μας.

Ο θάνατος είναι απρόβλεπτος και λογικά αυτό θα έπρεπε να μας εστιάζει στο να εκτιμούμε τη ζωή απεριόριστα. Όμως δεν το κάνουμε. Τη θεωρούμε δεδομένη ή φοβόμαστε τόσο πολύ που μένουμε στο περιθώριο της, ενώ η ζωή μας προσπερνά. Αυτή είναι η πιο τρανταχτή απόδειξη ότι δεν ζούμε τη ζωή μας λογικά αλλά συναισθηματικά.

Δεν γνωρίζουμε το χρόνο που αναλογεί στον εαυτό μας ούτε στους άλλους γύρω μας. Τόσο τρομακτική είναι η σκέψη ότι το επόμενο λεπτό ή η επόμενη μέρα μπορεί να είναι η τελευταία μας, που αρνούμαστε να της επιτρέψουμε να εισχωρήσει στο νου.

Τόσο πολύ φοβόμαστε που προσπαθούμε να αποκλείσουμε το θάνατο, να απομονώσουμε τη σκέψη, να προφυλαχτούμε από το αναπόφευκτο με κάθε τρόπο. Τον κρύβουμε κάτω από χιλιάδες προγραμματισμούς της υποτιθέμενης μελλοντικής ζωής μας, πίσω από συναισθηματικές εξασφαλίσεις, φιλοσοφικές θεωρίες, συνεχείς και αγωνιώδεις κατακτήσεις, που καταφέρνουν να απασχολούν το φοβισμένο νου και να «προστατεύουν» τον ψυχισμό μας.

Και όμως, ο θάνατος είναι αμείλικτος και η ζωή στ’ αλήθεια πολύ απλή, έστω και αν εμείς έχουμε φροντίσει να την κάνουμε υπερβολικά πολύπλοκη για να είμαστε επιφανειακά και όχι ουσιαστικά απασχολημένοι. Γύρω μας υπάρχει η χαρά της γέννησης όπως υπάρχει και η λύπη του θανάτου. Δυο παράλληλες εκδοχές της ζωής που αρνούμαστε ν’ αποδεχτούμε. Ο φόβος του θανάτου σοκάρει και παγώνει το συναίσθημα, όπως μπλοκάρει το νου.

Τι θα έκανες, αλήθεια, αν αύριο ήταν η τελευταία σου μέρα στη γη; Υπήρχε περίπτωση να τα προλάβεις όλα; Να κάνεις όσα ήθελες πάντα να κάνεις, να πεις όσα ήθελες ποτέ να πεις, να δώσεις όσα είχες σκοπό να δώσεις, να κατακτήσεις όσα πίστευες ότι χρειαζόσουν για να ζήσεις; Θα σε απασχολούσε τόσο πολύ να δικαιολογηθείς, να μετανιώσεις, να χάσεις τον πολύτιμο χρόνο σου προγραμματίζοντας, κρίνοντας, αναλύοντας… να κάνεις οτιδήποτε χωρίς ουσία, αυτήν την τελευταία σου επίσκεψη στη ζωή;

Αν το καλοσκεφτείς, μάλλον θα τα έκανες όλα (όσα θεωρείς σημαντικά), πιο αργά, πιο συνειδητά. Θα αποφάσιζες να ΖΗΣΕΙΣ το καθετί: Θα κοίταζες καλύτερα τον καθρέφτη (που αποφεύγεις) και θα ευγνωμονούσες το σώμα που σε φιλοξένησε. Θα πρόσεχες τον ήλιο πώς πέφτει στο δωμάτιο σου το πρωί. Θα ετοίμαζες το φαγητό με λιγότερη βιασύνη και περισσότερη φροντίδα. Θα πρόσεχες την κάθε γκριμάτσα στο αγγελικό προσωπάκι του παιδιού σου. Θα καθόσουν λίγη περισσότερη ώρα να το βλέπεις να κοιμάται, αντί να το σκεπάσεις μηχανικά και να φύγεις γρήγορα από το δωμάτιο του.

Θα κοίταζες τους γύρω σου στα μάτια. Θα τους άκουγες με περισσότερη προσοχή και συμπόνια αφού θα καταλάβαινες ότι μεγαλύτερο κακό κάνουν στον εαυτό τους απ’ ότι θα μπορούσαν να κάνουν σε σένα.

Θα καταλάβαινες ότι αυτά που είναι πραγματικά σημαντικά είναι τα απλά, αυτά που τόσο καιρό θεωρούσες δεδομένα. Μια καλή κουβέντα, μια αγκαλιά, ένα «σε σκέφτομαι», η ζεστασιά του σπιτιού σου, η ηρεμία μέσα σου, η πολυμορφία της ζωής, τα αμέτρητα θέατρα που αποτελούν το παιχνίδι που ο καθένας παίζει… Αυτή την τελευταία μέρα, ελάχιστα ή τίποτα δεν μπορείς να αλλάξεις. Μπορείς όμως να αποδεχτείς, να αποστασιοποιηθείς, να εκτιμήσεις. Το καθετί είναι μαγικό και μοναδικό... το κάθε τι.

Σκέψεις έρχονται και φεύγουν. Παρακολουθείς, χωρίς παρέμβαση, το παρελθόν, το παρόν, το μέλλον, να διαδέχονται το ένα το άλλο καθώς όλα γίνονται ένα, γίνονται το ΤΩΡΑ. Παρατηρητής μα ταυτόχρονα και συμμετέχων, σε αυτή την υπέροχη διαδικασία που λέγεται ζωή.

Τι σε εμποδίζει να ζεις έτσι κάθε μέρα;

Φοβάσαι! Έχεις πειστεί ότι έτσι είναι η ζωή. Αρνείσαι, αποφεύγεις, κλείνεσαι, αμύνεσαι. Ξέχασες να ερωτεύεσαι. Τι σχέση έχει ο Έρωτας;

Μόνο όταν είσαι ερωτευμένος ζεις! Και μη νομίζεις ότι οι άνθρωποι ξέρουν τι είναι ο Έρωτας. Τον φοβούνται όπως φοβούνται το Θάνατο. Έχουν συνηθίσει να ζουν στη σκιά και των δυο. Μπορείς να ανατρέψεις όλα όσα ήξερες για τον Έρωτα και το Θάνατο μέχρι τώρα; Γιατί αυτό πρέπει να κάνεις για να μάθεις.

Στον Έρωτα απουσιάζει το Εγώ. Υπάρχει μόνο το πάθος για τη ζωή, για αυτό που είσαι, για αυτό που κάνεις. Υπάρχει η περιέργεια, η ανάγκη για μάθηση, η ορμή για δημιουργία. Υπάρχει μόνο το παρόν και σε αυτό μόνο ζεις, απόλυτα, μοναδικά, χωρίς ενοχές. Δεν υπάρχει επιβολή, ούτε μετράς το κόστος που μετρά η συναλλαγή. Ζεις με την ψυχή σου, ακούς την καρδιά σου, ενεργείς με τη διάκριση της διάνοιας σου.

Κανένας νόμος δεν είναι ανώτερος από το νόμο της αγάπης (με τη μορφή του Έρωτα) που δίνει δύναμη στις πράξεις σου, καθαρότητα στις επιλογές σου, διάκριση στα όνειρα σου, πληρότητα στην καρδιά σου. Τίποτα δεν σου το θυμίζει αυτό καλύτερα, από το Θάνατο.

Ο Έρωτας όπως και ο Θάνατος είναι σαρωτικοί. Κανένα «πρέπει», καμιά εξωτερική παρέμβαση δεν έχει βαρύτητα ή ουσία. Ο Έρωτας όπως και ο Θάνατος αφορούν το παρόν, που συμπεριλαμβάνει τα πάντα. Δεν υπάρχει αναβολή, δεν υπάρχει συναλλαγματική λογική, ανάλυση ή μεθόδευση. Αυτά είναι μόνο εργαλεία για να κάνεις πράξη τα όνειρα σου, να είσαι κάθε στιγμή αυτό που θέλεις να είσαι.

Ο Έρωτας αφορά τη ζωή, τον τρόπο που υπάρχεις σε αυτήν. Δεν φοβάσαι το Θάνατο στον Έρωτα. Είσαι έτοιμος να πεθάνεις τη μια στιγμή για να αναστηθείς την άλλη. Είσαι έτοιμος να παραιτηθείς από αυτό που είσαι για να γίνεις κάτι άλλο. Μπορείς να είσαι ερωτευμένος κάθε στιγμή; Δεν χρειάζεται να δίνεις εξηγήσεις, να δικαιολογηθείς ή να το μειώνεις. Στον Έρωτα δεν υπάρχουν ενοχές.

Ο Έρωτας ξεκινά πάντα εσωτερικά. Όταν περιορίζεται σε ένα αντικείμενο, ένα πρόσωπο που αποκλείει όλα και όλους τους άλλους, δεν είναι Έρωτας. Είναι προσπάθεια προσκόλλησης, είναι προσπάθεια ελέγχου. Ο φοβισμένος δέχεται να περιορίζεται αλλά και επιλέγει να περιορίζει.

Τη στιγμή που αρχίζεις να σκέφτεσαι, «τι μπορεί να πάθω, τι μπορεί να γίνει, τι μπορεί να σημαίνει, τι θα κερδίσω…» αρχίζεις να ζεις στο φόβο. Την ώρα που φοβάσαι πεθαίνεις. Κάθε φορά. Ο φόβος σου θυμίζει την επιλογή που πάντα έχεις: να τον θεωρείς φίλο που βοηθά το θάρρος να ξυπνήσει μέσα σου ή να τον θεωρείς εχθρό και να παραμένεις δειλός. Τίποτα σωστό, τίποτα λάθος. Απλά η επιλογή: να ζεις ή να μη ζεις.

Τα αντίθετα συνυπάρχουν. Η γέννηση και ο θάνατος είναι τα αντίθετα. Η αέναη διαδικασία ανάμεσα στα δύο, αυτό είναι ζωή. Δεν έχει αντίθετο η Ζωή. Ο Έρωτας είναι ο τρόπος να ζεις απόλυτα ανάμεσα στα δυο, και στα δυο.

Ο Θάνατος σου θυμίζει ότι δεν υπάρχει τίποτα έξω από τον Έρωτα, έξω από το Τώρα. Να τον ευγνωμονείς, να τον τιμάς. Η διαδικασία του (συνειδητού) θανάτου είναι δύσκολη και επώδυνη… είναι όμως αναγκαία για να υπάρξει ζωή. Οι ερωτευμένοι το ξέρουν καλά αυτό.




2009/12/04

Η κρίση των Χριστουγέννων




Η «κρίση» είναι επιλεκτική και την αποκαλούμαστε όταν και ενόσω μας βολεύει.

Είναι μια στοιχειώδης, αντικειμενική παρατήρηση των όσων συμβαίνουν γύρω μας, ειδικά σε μια περίοδο μεγάλων αντιφάσεων και διφορούμενων εννοιών. Δύσκολα επιλέγουμε να σταματήσουμε για λίγο και να δούμε αυτά που δημιουργούμε στο πέρασμα μας.

Το όλο σκηνικό μοιάζει σενάριο κωμικο-τραγικής ταινίας που συνεχίζουμε να παρακολουθούμε με σχεδόν μαζοχιστική διάθεση και ταυτόχρονα διαδραματίζουμε ως υπάκουοι ηθοποιοί χωρίς κανένα έλεγχο στην επιλογή του ρόλου μας. Εν μέσω μιας (και καλά) παγκόσμιας κρίσης σε ενεργειακό, οικονομικό, ψυχολογικό, φιλοσοφικό και κάθε άλλο πιθανό επίπεδο, εμείς έχουμε τη δυνατότητα να διαφοροποιηθούμε, να απομονώσουμε ότι μας πονάει και να ζήσουμε για λίγο την ψευδαίσθηση της άγνοιας μας.

Πλησιάζουν τα Χριστούγεννα. Τώρα ξεχνάμε τους φιλοσοφικούς προβληματισμούς (που έτσι κι αλλιώς ανήκουν σε άλλο, ξεχωριστό τομέα), τις υπαρξιακές μας ανησυχίες (αν τις έχουμε), τα προβλήματα και τις σκοτούρες μας. Ασχολούμαστε με ήσυχη τη συνείδηση, με τις παραδόσεις, τα έθιμα, καλύπτουμε το εσωτερικό κενό, φροντίζουμε το φαίνεσθαι και τρέφουμε ακόμα περισσότερο την εγωιστική αλαζονεία μας..

Φωταγωγούμε με τεράστια ποσά ενέργειας τις «πολιτισμένες» πόλεις μας, στολίζουμε τα σπίτια που έχουμε φτιάξει από μπετόν, κόβουμε τα ταλαιπωρημένα δέντρα που δεν μας ανήκουν αλλά τα θεωρούμε και αυτά δικά μας ή εύκολα τα αντικαθιστούμε με πλαστικά. Ντύνουμε με λάμψη και υπερβολή τα πονεμένα κορμιά μας, αγνοώντας ότι η υπερβολή φανερώνει ακόμα πιο πειστικά την ασχήμια μας και καθησυχάζουμε τη γύμνια της ψυχής μας με «προσφορά», «φιλευσπλαχνία», «φιλανθρωπία», στο όνομα της αγάπης που κάναμε συναλλαγή στα μέτρα μας.

Τώρα στολίζουμε, ετοιμαζόμαστε, προγραμματίζουμε, κάνουμε σχέδια, , φτιαχνόμαστε, πάμε ταξίδια, θυμόμαστε τις σχέσεις μας, ξοδεύουμε, υπερβάλλουμε, φροντίζουμε τις ανάγκες μας και αυτές των παιδιών μας (πιστεύουμε), προσφέροντας τους υλικά υποκατάστατα της ουσιαστικής φροντίδας μας που απουσιάζει. Παραπονιόμαστε για την ακρίβεια αλλά «επιτρέπουμε μικρές υπερβολές στον εαυτό μας» και έτσι, όχι μόνο συμβιβαζόμαστε, αλλά συντηρούμε ενεργά το δημιούργημα μας. Διαφωνούμε με ό,τι μας φαίνεται κενό και ψεύτικο, αλλά δεν τολμούμε να διαφοροποιηθούμε και να ρισκάρουμε την περιθωριοποίηση και έτσι υποτασσόμαστε και υποδουλώνουμε τη θέληση μας. Υποκρινόμαστε γιατί υποβιβάζουμε την εσωτερική κραυγή ενός καταπιεσμένου εαυτού, μιας διαφορετικής συνειδητότητας που υπάρχει μέσα μας και μας δηλώνει ξεκάθαρα ότι η ουσία δεν βρίσκεται εδώ, ενώ συνεχίζουμε ασυνείδητα να ακολουθούμε, έρμαια ενός υπέρμετρα καταναλωτικού συστήματος που συντηρούμε επάξια και πιστά. Πάνω απ’ όλα η πίστη στις παραδόσεις, η εμμονή στην εικόνα, ο φόβος της ανυπαρξίας, της μοναξιάς, της έλλειψης που αυτή την εποχή κρύβεται και μεταμφιέζεται καλύτερα από οποιαδήποτε άλλη.

Η γιορτή της αγάπης δεν είναι; Δεν ξέρω τι είναι. Οι λέξεις παίρνουν ανάλογα την έννοια που υποκειμενικά τους δίνουν οι ανάγκες μας. Δεν υπάρχουν οι έτοιμες απαντήσεις που οι περισσότεροι έχουμε μάθει να περιμένουμε από άλλους. Κανείς έξω από τον εαυτό μας δεν μπορεί να μας πει ποιο είναι το σωστό, τι πρέπει να κάνουμε, πού είναι η ουσία. Κάπως έτσι έχουμε γίνει δούλοι, ακολουθώντας άλλους, μιμούμενοι δρόμους που δεν είναι δικοί μας, γιατί δεν εμπιστευτήκαμε ποτέ τη σοφία και τη γνώση που υπάρχει καταγεγραμμένη μέσα μας. Ερωτήσεις μόνο μπορούμε να κάνουμε και να τολμούμε να περιμένουμε τις απαντήσεις, οι οποίες δεν έρχονται από εκεί ή με τη μορφή που τις περιμένουμε.

Γιατί φυτεύουμε δέντρα για να τα κόβουμε για την υπεροψία μας; Γιατί ξοδεύουμε τόση ενέργεια, χρόνο, χρήμα (όλα δανεικά) για την εικόνα μας; Γιατί υποβιβάσαμε την αγάπη σε περιστασιακή ασχολία την οποία «προσφέρουμε» επιλεκτικά ή αποφεύγουμε φοβικά; Γιατί γυρνάμε από ‘δω και από ‘κει περιμένοντας να εκτιμήσει ο καθένας την πραγματική μας αξία;

Οι απαντήσεις παραμένουν κρυμμένες από τις λειτουργίες του Εγώ. Βρίσκουμε πάντα αυτό που ψάχνουμε, αλλά χρειάζεται να διαπιστώνουμε κάθε φορά ποιος ρωτάει. Χρειάζεται να ξυπνήσουμε στην πραγματικότητα αυτής της εσωτερικής, συνεχόμενης διαμάχης, στον ουσιαστικό πειρασμό που εδρεύει μέσα μας: το Εγώ και η (εν υπνώσει) συνειδητότητα, ο φόβος και η αγάπη. Δύσκολη η επιλογή, σε ένα επίπεδο ύπαρξης που συνυπάρχουν και είναι αναγκαία και τα δυο.

Και γιατί η αγάπη έχει «μέρα»; Διαφέρουν οι μέρες μεταξύ τους; Πώς τα έχουμε βολέψει έτσι; Πώς έχουμε μείνει στους τύπους αλλά αγνοούμε την ουσία; Γιατί έχουμε στρεσάρει τόσο τη ζωή μας που ψάχνουμε αργίες για να ξεκουραστούμε, γιορτές για να προσφέρουμε, την επίδειξη για να εκφράσουμε αυτό που λαχταρούμε να είμαστε; Γιατί έχουμε μειώσει τη Χριστική συνειδητότητα σε φάτνες κούκλες, σε λαμπερά στολίδια, σε όπλο εναντίον άλλων λαών, θρησκειών;

Φόβος, καχυποψία, έλλειψη, κλείσιμο… πώς έχουμε επιτρέψει όλη αυτή την εισβολή και εξουσία στη ζωή μας; Και μετά σπατάλη, πρόσκαιρες απολαύσεις, επίδειξη για να ισορροπήσουμε την ήδη υπάρχουσα εσωτερική ανισορροπία, να καλύψουμε το κενό που απειλεί τον άδειο κόσμο μας. Ένας φαύλος κύκλος που γίνεται συνήθεια και εμποδίζει την αντίληψη, τη θέαση.

Αλλά η οδός της αγάπης είναι άλλη και δεν την επιλέγουμε. Περνάει μέσα από το φόβο, μέσα από τον πόνο, όπως απαιτείται σε κάθε γέννηση - Νόμος της Φύσης, τον οποίο επιλέγουμε ν’ αγνοούμε. Ο θάνατος είναι η διαδικασία της γέννησης. Γιατί το ένα το ντύσαμε με δάκρυ και το άλλο με χαρά; Γιατί αποκλείσαμε τη διαδικασία, μειώνοντας το αποτέλεσμα; Απορρίπτοντας το ένα αποφεύγουμε αναπόφευκτα το άλλο. Και έτσι η «γέννηση» που γιορτάζουμε κάθε χρόνο, την ίδια μέρα, είναι τυπική, πλαστή, προγραμματισμένη και εντελώς επιφανειακή, όπως είναι η ζωή μας, οι σχέσεις μας, η εικόνα μας και φυσικά ο πολιτισμός μας.

Πόσο πιο ουσιαστικός θα ήταν ο ρόλος μας αν τιμούσαμε τη ζωή καθημερινά και όλα όσα μας παρέχει, αν στολίζαμε την καρδιά μας με χαρά και ταπεινότητα, αν προσφέραμε από την αφθονία της ψυχής μας, αν μιλούσαμε την αλήθεια της Διά-κρισης μας; Γιατί η αγάπη, η αφθονία και η αλήθεια είναι ανεξάντλητα και μας ανήκουν. Είναι το μόνο που μας ανήκει: αυτό που έχουμε μέσα μας, αυτό που είμαστε. Αυτό εκφράζουμε, αυτό εκδηλώνεται.

Μπορούμε να στολίσουμε το δέντρο μας, να ψωνίσουμε τα δώρα μας, να ξεκουραστούμε από τα άγχη μας, να φροντίσουμε τις παραμελημένες σχέσεις μας. Αλλά δεν μπορούμε έτσι να γεμίσουμε το κενό που υπάρχει μέσα μας, να καλύψουμε τη γύμνια της ψυχής μας, να ηρεμήσουμε την ταραγμένη και πληγωμένη καρδιά μας. Αυτά απαιτούν άλλες διαδικασίες που δεν είναι τόσο φανερές, τόσο εκδηλωτικές, τόσο φανταχτερές… μέχρι να βιωθούν. Τότε λάμπουν γιατί γίνονται Φως αληθινό, τότε κάνουν θαύματα γιατί η Αγάπη κινεί βουνά και τίποτα δεν μπορεί να αντισταθεί στη δημιουργική ενέργεια της αναστημένης συνειδητότητας που αγκαλιάζει τα πάντα και ενοποιεί τα αντίθετα.

2009/11/27

Η πανδημία του φόβου




Σε μια εποχή που υπάρχει ελεύθερη και άφθονη πληροφόρηση, είναι δυνατόν να μιλάμε για προπαγάνδα, για παραπληροφόρηση, για άγνοια; Είμαστε όντως αναγκασμένοι να υποτασσόμαστε; Υπάρχει έλλειψη πληροφόρησης; Μπορεί η πληροφόρηση να προσφέρει τη γνώση που όλοι αναζητούμε; Γιατί δεν το κάνει;

Δες τον πανικό που εύκολα σκορπά το «νέο» όπλο που έχει εφεύρει το σύστημα (το οποίο έχουμε δημιουργήσει και πρόθυμα συντηρούμε), τον ιό της νέας γρίπης. Δεν πτοούνται οι κρατούντες (αυτοί που γνωρίζουν καλά τις ανθρώπινες νοητικές λειτουργίες) από την άφθονη πληροφόρηση που ρέει ελεύθερα είτε υπέρ είτε κατά του νέου εμβολίου. Είτε έτσι είτε αλλιώς, εμείς παίζουμε το παιχνίδι του φόβου.

Ζούμε μόνιμα σε ανύπαρκτο χρόνο – το μέλλον – στο οποίο επενδύουμε, εναποθέτουμε τις ελπίδες μας, αποθηκεύουμε τα όνειρα μας. Προγραμματίζουμε τη ζωή μας ελπίζοντας για το καλύτερο και φτιάχνουμε σενάρια περιμένοντας το χειρότερο. Προσπαθούμε απεγνωσμένα να ελέγξουμε τη ζωή (που δεν ελέγχεται) γιατί δεν ελέγχουμε τον εαυτό μας και τη σκέψη μας.

Το σύστημα που έχουμε φτιάξει (και λειτουργεί τώρα εναντίον μας) το γνωρίζει πολύ καλά αυτό. Βασίζεται σ’ αυτό το φόβο μας, δημιουργεί ανάγκες που μας κρατάνε απασχολημένους, απειλεί με έλλειψη ασφάλειας, αξίας, ελευθερίας, επιβάλλει τη βούληση που απλόχερα του έχουμε παραχωρήσει. Εμείς συνεχίζουμε υπάκουα να κυνηγάμε ότι πιστεύουμε ότι μας λείπει, να προγραμματίζουμε τη χαρά μας, να οργανώνουμε την ηρεμία μας, να αναβάλλουμε τη ζωή μας.

Δεν αντιδρούμε γιατί έχουμε πιστέψει ότι είμαστε αδύναμοι και ασήμαντοι, άλλωστε, «ένας κούκος δεν φέρνει την άνοιξη». Θα δηλώσουμε την άδεια μας για το 2011 χωρίς να διαμαρτυρηθούμε, θα εμβολιάσουμε τα παιδιά μας με 25 εμβόλια μέχρι να γίνουν δυο χρονών εξασθενίζοντας το φυσικό αμυντικό του σύστημα, θ’ ακολουθήσουμε παραδόσεις, κανόνες και νόμους με τα οποία διαφωνούμε, απαλλάσσοντας τον εαυτό μας από τη δημιουργική, συνειδητή σκέψη. Φοβόμαστε να ξεχωρίζουμε από το πλήθος με θέση. Δεν εμπιστευόμαστε την εσωτερική φωνή που σκεπάζει ο εκκωφαντικός θόρυβος του φόβου.

Επιλέγουμε με βάση το φόβο, επενδύουμε με βάση το φόβο, βαφτίζουμε την ανάγκη αγάπη, ζούμε μόνιμα στο φόβο, σε ανύπαρκτο χρόνο: στο παρελθόν και το μέλλον. Ο φόβος υπαγορεύει τις ανάγκες μας, καθορίζει τις αποφάσεις μας, ενώ πιστεύουμε ότι υπάρχει εξωτερικός εχθρός (οι φαρμακοβιομηχανίες, οι ελίτ) που επιβάλλουν τη «νέα τάξη» πραγμάτων. Τα θεωρούμε όλ’ αυτά φυσιολογικά άρα δεδομένα.

Η κινητήριος δύναμη ολόκληρου του συστήματος (σκέψης και δράσης) είναι ο φόβος. Η αγάπη (την οποία συχνά αποκαλούμαστε) απουσιάζει εφόσον υπάρχει φόβος. Οι αντίθετοι πόλοι είναι αναγκαίοι για να εξασκούμε ελεύθερα τη βούληση μας δημιουργικά. Ο φόβος δημιουργεί ακόμα περισσότερο φόβο γιατί το όμοιο έλκει το όμοιο. Όποια πίστη και αν υιοθετούμε που βασίζεται στο φόβο είναι περιοριστική. Υποδουλώνει το νου και τον εστιάζει στην έλλειψη. Δεν έχει τη δύναμη ο φόβος να προστατεύσει (παρόλο που το υπόσχεται), μόνο να μειώνει, να στραγγίζει, να δημιουργεί ανθρώπους-υποχείρια της κατανάλωσης, της δήθεν εξασφάλισης, της δυστυχίας – την οποία επιλέγουμε με τη σκέψη μας. Δεν έχει σημασία τι προσπαθούμε να αποφύγουμε (αυτό μεγαλώνει). Σημασία έχει τι επιλέγουμε να δημιουργούμε.

Φτιάχνουμε σενάρια για να νοιώθουμε ασφάλεια, όχι για να είμαστε ευτυχισμένοι. Ζούμε ξανά και ξανά τα σενάρια που φοβόμαστε γιατί δεν τολμούμε να λειτουργήσουμε μέσα σε σενάρια που θέλουμε και επιλέγουμε. Ζούμε σε ένα (φοβικό κυρίως) μέλλον που επαναλαμβάνουμε, κάθε φορά πιο φοβικό από πριν, επιβεβαιώνοντας αυτό που επιλέξαμε.

Προγραμματίζουμε τη ζωή μας για να μπορούμε να την ελέγχουμε, όμως το απροσδόκητο πάντα θα κτυπάει την πόρτα μας και πάντα σε ακατάλληλη ώρα. Επενδύουμε στο να αναβάλλουμε τη ζωή που φοβόμαστε να ζήσουμε τώρα, γιατί το παρόν μας τρομάζει, όπως μας τρομάζει ο εαυτός μας που δεν έχουμε μάθει να εμπιστευόμαστε. Βλέπουμε τη ζωή μέσα από τα μάτια του φόβου και πιστεύουμε ότι αυτή είναι η μόνη ζωή που υπάρχει, το μάτριξ, στο οποίο οικειοθελώς έχουμε παγιδευτεί.

Πεθαίνουμε καθημερινά γιατί φοβόμαστε να ζήσουμε. Άλλο σκέφτεσαι τη ζωή σου και άλλο ζεις τη ζωή σου. Η διαφορά είναι η διαφορά του φόβου και της αγάπης, είναι η διαφορά της μέρας με τη νύχτα. Η τάξη βρίσκεται στο χάος που αποφεύγουμε. Ο έλεγχος που κυνηγάμε εξωτερικά είναι αχρείαστος όταν ελέγχουμε τις σκέψεις, τα συναισθήματα και τα σενάρια επιστημονικής φαντασίας που εύκολα μας επιβάλλει (αν το επιτρέψουμε) ο προγραμματισμένος νους που έχει γαλουχηθεί στο φόβο.

Κάπως έτσι γίνεται ο φόβος πανδημία και εύκολα επιβάλλεται ο μαζικός εμβολιασμός στο όνομα του κέρδους. Καμία αδικία δεν υπάρχει πουθενά! Το κέρδος το σκορπάμε μόνοι μας καθημερινά, χαρίζοντας την εσωτερική μας ηρεμία, αλήθεια και ελευθερία στο βωμό της ασφάλειας, στον έλεγχο, στο φόβο.

Το κυνήγι του χρόνου είναι συνώνυμο με το κυνήγι της ασφάλειας, είναι συνώνυμο με το φόβο της ζωής, είναι συνώνυμο με το θάνατο. Αντίθετα με ότι λέμε ότι επιδιώκουμε, φοβόμαστε την ευτυχία, φοβόμαστε να ζήσουμε ΤΩΡΑ!

Σκέψου το. Πώς θα ήταν η ζωή σου αν εμπιστευόσουν τη διαδικασία της ζωής; Πώς θα ήταν αν αποδεχόσουν την αλλαγή ως φυσιολογική εμπειρία ζωής; Θα εκτιμούσες διαφορετικά το παρόν αν ήξερες ότι το μέλλον δεν σου ανήκει; Μη βιαστείς να απαντήσεις στον εαυτό σου νοητικά. Δεν είναι οι απόψεις σου η αλήθεια σου. Σκέψου βιωματικά. Φτιάξε τα ανάλογα σενάρια και βάλε τον εαυτό σου μέσα σε αυτά να λειτουργείς.

Οι άνθρωποι έχουμε συνηθίσει στην ευκολία, σε όλους τους τομείς της ζωής μας. Μας αρέσει η μασημένη τροφή και το βόλεμα σε κανόνες, εγγυήσεις και το αίσθημα ότι «ανήκουμε κάπου». Είναι εύκολο να οργανώνουμε τη ζωή μας, να πολεμάμε την πραγματικότητα (αυτό που συμβαίνει), να κάνουμε το εμβόλιο, να προγραμματίσουμε την άδεια μας για το 2011, να επενδύσουμε στο μέλλον. Το δύσκολο θα ήταν να μην τα κάνουμε όλα αυτά. «Θέλει τόλμη και αρετή η ελευθερία (από το φόβο)». (Ανδρέας Κάλβος)

«Διατροφή, ενέσεις και νόμοι θα συνδυαστούν από πολύ μικρή ηλικία, για να παράγουν το είδος του χαραχτήρα και το είδος των πεποιθήσεων που οι αρχές θεωρούν επιθυμητές. Και κάθε σοβαρή προσπάθεια αμφισβήτησης των δυνάμεων που θα υπάρχει, θα έχει γίνει ψυχολογικά αδύνατη» (Bertrand Russell).


Αλλά μην ψάχνεις εξωτερικά τον εχθρό. Ο πραγματικός εχθρός είναι ο φόβος και είναι μέσα σου, σε κάθε άκρη του νου σου, σε κάθε πτυχή της ζωής σου.

Έως πότε θα παραμένουμε δούλοι;


...............

2009/11/20

Τα εν οίκω μη εν δήμω.




Σκέφτομαι ότι είναι βολικό που έχουμε τις δουλειές μας ξεχωριστά από τα σπίτια μας, τις καθημερινές μας σχέσεις, τα ενδιαφέροντα μας, την ηθική μας.

Νοικιάζουμε ένα γραφείο το οποίο διατηρούμε περιποιημένο, καθαρό, όσο χρειάζεται απρόσωπο, όπου δεχόμαστε τους ανθρώπους που θέλουμε να μας εμπιστεύονται και να προωθούμε την εικόνα που επιχειρούμε να εκπέμπουμε. Εκθέτουμε αποδείξεις της γνώσης μας στον τοίχο που βρίσκεται πίσω από το οχυρό μας, το γραφείο μας, πάνω στο οποίο έχουμε συμμετρικά τοποθετήσει φωτογραφίες της οικογένειας μας, σφραγίζοντας την κοινωνική αξία μας.

Στις παρέες φοράμε τα καλά μας, βάζουμε το πλατύ χαμόγελό μας, έστω και αν λίγο νωρίτερα έγινε χαμός στο σπίτι με το σύντροφο ή το παιδί μας. Συζητάμε για πράγματα ακίνδυνα που ενισχύουν το φιλοσοφικό-κοινωνικό-γνωστικό μας επίπεδο… και την αξία μας. Οι «τυχεροί» από μας έχουμε και ένα δυο φίλους στους οποίους εκμυστηρευόμαστε τη βαθύτερη αλήθεια μας, αναζητώντας την αποδοχή και επιβεβαίωση τους.

Οχυρωνόμαστε πίσω από ρόλους, υποθέτοντας ότι μπορούμε να κρατήσουμε ξεχωριστά τους διάφορους τομείς της ζωής μας… για τη δική μας ασφάλεια. «Τα εν οίκω μη εν δήμω» λέει η παροιμία, και το κάνουμε πράξη, πιστεύουμε, προστατεύοντας τον εαυτό μας από το «μάτι», τη ζήλεια, την κριτική, την κακία του κόσμου. Ενός κόσμου, που εμείς επιλέγουμε να βλέπουμε μονοδιάστατα, περιορισμένο και εχθρικό.

Από την άλλη, δεν χάνουμε την ευκαιρία να κρίνουμε αυτούς που επιλέγουν να ζουν διαφορετικά από μας, να κατηγορούμε όσους πιστεύουμε ότι μας αδίκησαν, να μιλάμε για τα παιδιά μας σε άλλους σαν αυτά να μην είναι μπροστά, να παραμένουμε θύματα ενός «τιμωρού» θεού που έχει απαιτήσεις, απογοητεύσεις, κρίσεις: ένα θεό που έχουμε φτιάξει στα μέτρα μας.

Σήμερα διάβαζα «τυχαία» ένα άρθρο στο διαδίκτυο για όσα «πρέπει να κάνουν και να μην κάνουν οι γονείς στα παιδιά τους». Η δομή και το ύφος του άρθρου, μου δήλωνε ξεκάθαρα ότι γράφτηκε «καθ’ έδρας», ότι επρόκειτο για ένα ρόλο του συγγραφέα και όχι για την πραγματικότητα. Η πραγματικότητα έχει άλλη γραφή. Έχει συμπόνια, έχει κατανόηση και το σημαντικότερο, έχει το «πώς» ή τουλάχιστον το ψάχνει. Το συγκεκριμένο άρθρο, όπως τα περισσότερα, έχουν συμβουλευτικό χαραχτήρα, είναι δομημένα επάνω σε ηθικές και θέσεις που όλοι πιστεύουμε, ελάχιστοι εφαρμόζουμε.

Είναι απόψεις, ιδέες που έχουμε μάθει παπαγαλία, έχουμε εκπαιδευτεί να υποστηρίζουμε, να συμφωνούμε με αυτές. Τις έχουμε κατατάξει ανάμεσα στα «σωστά» του νου μας, τις διαδίδουμε για να ενισχύουμε και να καθιερώνουμε την αξία μας… θεωρητικά. Εμείς οι απλοί, θνητοί αποδέκτες, κάνοντας γρήγορους εσωτερικούς απολογισμούς, περνάμε αυτόματα σε θέση υποτέλειας μέσα από την κριτική του εαυτού μας, αξιολογώντας την ανταπόκριση μας στις συμβουλές, την ηθική, το «σωστό». Η παγίδα της δυαδικής σκέψης, χωρίς έξοδο κινδύνου.

Είτε προσπαθούμε να εφαρμόσουμε και ν’ ανταποκριθούμε, ν’ αλλάξουμε ή όχι, δεν έχει ιδιαίτερη σημασία. Πολύ γρήγορα το άρθρο (οι συμβουλές, οι συνταγές, οι θεραπείες ή πληροφόρηση) περνάνε στη μνήμη, μένουν στο παρελθόν, στα χαρτιά, στα συρτάρια, καθώς εμείς συνεχίζουμε τη ζωή μας, ψάχνοντας το επόμενο άρθρο, τον επόμενο «ειδικό», την επόμενη πληροφορία, που όμως ποτέ δεν μας αγγίζει ουσιαστικά, παρά μόνο για να ενισχύσει την κριτική μας διάθεση. Όλο και περισσότερο στενεύει το κελί που φτιάχνουμε γύρω μας αλλά παραμένει αόρατο στα μάτια μας.

Το απόγευμα, θα γυρίσουμε το κλειδί της πόρτας του γραφείου μας και θα φορέσουμε ένα άλλο πρόσωπο για να πάμε στο σπίτι μας, μετά ένα άλλο για να βγούμε το βράδυ με τους φίλους μας, ένα άλλο το πρωί της Κυριακής στην εκκλησία, αργότερα ένα άλλο για να επισκεφθούμε τους γονείς μας, ένα άλλο όταν χρειάζεται να κάνουμε κήρυγμα στα παιδιά μας (όπου παρουσιαζόμαστε ως μικροί θεοί που θα γνωρίζουν τα πάντα ή κρυβόμαστε όταν ντρεπόμαστε που δεν γνωρίζουμε). Οι μάσκες ποικίλουν… όσοι και οι άνθρωποι και οι αμέτρητοι ρόλοι τους.

Έτσι χωρίζουμε τους εαυτούς μας σε διαφορετικά μέρη και αισθανόμαστε καλά με το κατόρθωμα μας αυτό: κανείς δεν βλέπει την αλήθεια μέσα μας, την ολότητα μας… ούτε καν εμείς οι ίδιοι.

Μέχρι την ώρα που θα πάμε για ύπνο ή που θ’ αναγκαστούμε να μείνουμε για λίγο μόνοι με τον εαυτό μας. Εκεί δυσκολεύουν κάπως τα πράγματα αλλά το «έχουμε λύσει» και αυτό το πρόβλημα: Βλέπουμε τηλεόραση μέχρι να μας πάρει ο ύπνος, διαβάζουμε ένα καλό βιβλίο για να μη σκεφτόμαστε, παίρνουμε ηρεμιστικά, αντικαταθλιπτικά, ναρκωτικά… ότι εμποδίζει και «ηρεμεί» τη σκέψη που μας απειλεί. Και δεν μένουμε ποτέ μα ποτέ μόνοι με τον εαυτό μας.

Γιατί τότε οι ρόλοι μπερδεύονται, οι σκέψεις διαδέχονται ακατάστατα η μια την άλλη, τα συναισθήματα (άγνωστα και αόριστα) ανακατεύουν όλα μαζί το στομάχι ή προκαλούν σφίξιμο στο κεφάλι, διάφορους πόνους και έλλειψη ενέργειας. Υποθέτουμε ότι μας πείραξε το κλιματιστικό στη δουλειά, η ανοιχτή πόρτα στην κουζίνα, κάτι που φάγαμε στο εστιατόριο. Παίρνουμε μια μέρα άδεια από τη δουλειά μας και τη ζωή μας και μετά συνεχίζουμε, ακριβώς όπως πριν. Δεν αλλάζουμε τίποτα γιατί δεν καταλαβαίνουμε τίποτα.

Η οποιαδήποτε επιτυχία, σε οποιοδήποτε απομονωμένο τομέα, είναι προσωρινή. Δεν το βλέπουμε αυτό (ούτε στον εαυτό μας, πολύ περισσότερο όμως στους άλλους) γιατί συνηθίζουμε να τεμαχίζουμε το χρόνο, να εστιαζόμαστε επιλεκτικά και προσωρινά σε ότι μας βολεύει να βλέπουμε. Ξεχωρίζουμε τους τομείς, τους ρόλους της ζωής μας και παρατηρούμε ανάλογα, ό,τι έχουμε επιλέξει ως σημαντικό: τα λαμπερά αστέρια της τηλεόρασης με την πλούσια ζωή τους, τον ειδικό με το κουστούμι που τεκμηριώνει την άποψη του, το ζητιάνο στο δρόμο που προσπερνάμε βιαστικά, το ατίθασο παιδί στο πάρκο που κοιτάμε περιφρονητικά.

Αυτό που δεν βλέπουμε είναι η λαμπερή μάσκα που φοράμε κατ’ επιλογήν οι ίδιοι, την (όντως) πλούσια ζωή μας, το ζητιάνο μέσα μας, τον ειδικό που παριστάνουμε (ή είμαστε αλλά αγνοούμε), το καταπιεσμένο παιδί μέσα μας που ζητά απεγνωσμένα την προσοχή μας. Και έτσι προχωράμε μηχανικά τη ζωή μας, παρουσιάζοντας τον πραγματικό μας εαυτό (που εξακολουθούμε να μη βλέπουμε) στους ανθρώπους που υποτίθεται ότι αγαπάμε περισσότερο: το σύντροφο μας, τα παιδιά μας, τον εαυτό μας.

Αλλά εξακολουθούμε να μην κατανοούμε τι σημαίνει πραγματικά, «Τα εν οίκω μη εν δήμω». Ίσως δεν θα μάθουμε ποτέ αν δεν αποφασίσουμε ν’ αποκωδικοποιήσουμε την κοινωνία του μάτριξ των κατώτερων ενστίκτων. Ξέρουμε όμως να γράφουμε την παροιμία, να τη λέμε, να συμβουλεύουμε, να τη μεταφράζουμε… όπως μας βολεύει.


....................

2009/11/13

Η Ιστορία μας




Ρώτησαν κάποια παιδιά γυμνασίου και λυκείου στο δρόμο, τι γιορτάζουμε την 28η Οκτωβρίου. Κάποια είπαν «την απελευθέρωση μας από τους Τούρκους», άλλα είπαν «το όχι που είπαμε», όμως δεν θυμόντουσαν αν το είπαμε στους Τούρκους ή στους Ιταλούς. Η αντίδραση γνωστή και αναμενόμενη: τα σημερινά παιδιά δεν ενδιαφέρονται, δεν έχουν ιδανικά, δεν γνωρίζουν την ιστορία του έθνους μας, και άλλες παρόμοιες κριτικές.

Δεν τολμούμε να κάνουμε το δυσκολότερο που είναι η αντικειμενική παρατήρηση, η βιωματική κατανόηση. Κάνουμε το εύκολο: συγκρίνουμε (με τη γενιά μας), κρίνουμε (τη σημερινή γενιά), κατατάσσουμε (σωστό – λάθος) και προχωράμε με τα δεδομένα μας. Τι καταφέρνουμε, τι αλλάζουμε, πώς διαφοροποιούμαστε; Καταχωρούμε ερμηνείες και κρίσεις στη μνήμη, χωρίς να κατανοούμε πραγματικά.

Οχυρωνόμαστε απέναντι στους εξωτερικούς εχθρούς μας, ενισχύουμε τις ψευδαισθήσεις της άμυνας μας, ψάχνουμε ομάδες να ανήκουμε για να κρύψουμε τη γύμνια μας και κλειδώνουμε τις πόρτες της καρδιάς μας από φόβο μη μας κλέψουνε τα κούφια υπάρχοντα μας.

Μέσα από το ρόλο της δασκάλας και του «ειδικού» δυσκολεύτηκα ν’ απαντήσω στην ερώτηση ενός νέου παιδιού, «Γιατί μαθαίνουμε Ιστορία; Γιατί πρέπει να θυμάμαι όλ’ αυτά τα ονόματα, τις ημερομηνίες, τα γεγονότα; Σε τι θα με ωφελέσουν; Πώς έχουν ωφελέσει εσάς; Τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο διαδέχτηκε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Ακολούθησε ο ψυχρός πόλεμος, ο πόλεμος του Βιετνάμ, ο πόλεμος στον Περσικό Κόλπο, ο πόλεμος ενάντια στην τρομοκρατία και συνεχίζεται βέβαια ο πόλεμος κατά των ναρκωτικών, κατά της φτώχειας, της υπερθέρμανσης του πλανήτη, της βίας… και πάει λέγοντας. Έχω γεννηθεί ανάμεσα σε πολέμους που συνεχώς αυξάνονται και πληθαίνουν. Σε τι ωφελεί η ιστορία;»

Η ειλικρίνεια είναι αναγκαία σε μια σχέση αμοιβαίας εμπιστοσύνης και πρόθυμα σεβάστηκα τους προβληματισμούς ενός σκεπτόμενου ανθρώπου (που παρεμπιπτόντως γνώριζε ιστορία, έστω και αν δεν θυμόταν ημερομηνίες ή λεπτομέρειες), που τολμούσε να αμφισβητεί, να κρίνει και να ρωτά. Είχα χρέος να μη γεμίσω ακόμα περισσότερο το κεφάλι του με άχρηστες πληροφορίες (την άποψη μου) αλλά να το βοηθήσω να επεκτείνει τη σκέψη του για να βρει μόνος του τις απαντήσεις στα ερωτήματα του.

«Δεν υπάρχει κανένας λόγος να το κάνεις, εκτός από το ότι σε αναγκάζει το εκπαιδευτικό-πολιτιστικό-κοινωνικό σύστημα αυτή τη στιγμή. Χρειάζεσαι την αξιολόγηση του για να σου επιτρέψει να προχωρήσεις μέσα σε αυτό. Μην επιτρέψεις όμως αυτή την αξιολόγηση να ορίσει την αξία σου. Είναι ένας ρόλος. Παίξ’ τον. Κράτα τον εαυτό σου έξω από αυτόν και συνέχισε να διερευνάς παράλληλα αυτά που θέλεις με τον τρόπο που θέλεις.» Είδα στο πρόσωπο του ζωγραφισμένη την έκπληξη αφού κανείς δεν του είχε πει μέχρι εκείνη τη στιγμή την αλήθεια, κανείς δεν του μίλησε ποτέ ίσο προς ίσο.

Είχα την προσοχή του και έτσι συνέχισα…

Δεν αλλάζεις τίποτα πολεμώντας το. Αυτό μόνο σε πληγώνει και σου αφαιρεί τη δύναμη να είσαι ακέραιος και δυνατός να αλλάξεις αυτά που πιστεύεις ότι πρέπει να αλλάξεις. Αλλάζεις τα πράγματα όταν τα κατανοείς. Κατανοείς ότι είσαι πρόθυμος να παρατηρείς, έξω από κριτική και προκαθορισμένες απόψεις. Παρατηρείς όταν αμφισβητείς.

Αλλά για πες μου… το ίδιο (που κατηγορείς) δεν κάνεις και σε προσωπικό επίπεδο, στη δική σου ζωή; Δεν κουβαλάς στη μνήμη του νου σου την προσωπική σου ιστορία με ονόματα, ημερομηνίες και γεγονότα, ερμηνεύοντας, βάση αυτών των καταχωρήσεων, τη ζωή σου στο παρόν;

Μικρός σου επιτέθηκε ένα σκυλί και είναι ακόμα ζωντανή μέσα σου η τραυματική εμπειρία. Την καταχώρησες, συμπεραίνοντας και γενικεύοντας (τη γενίκευση την αγαπάει πολύ ο νους) ότι «τα σκυλιά είναι επικίνδυνα και πρέπει να φυλάγομαι από αυτά». Καμία λογική σκέψη (αυτό είναι μικρό και ακίνδυνο σκυλί ή το άλλο είναι αλυσοδεμένο) δεν είναι ικανή να χαλαρώσει την άμυνα σου ή να εξαφανίσει το φόβο σου. Ακόμα και αν έχεις καταφέρει να ελέγξεις αυτόν το φόβο, ποτέ δεν θα επέλεγες να πλησιάσεις ένα σκυλί για να το χαϊδέψεις ή να «βγεις από το δρόμο σου» για να φροντίσεις κάποιο πληγωμένο σκυλί που προσπερνάς χωρίς να το κοιτάς ή ακόμα να επέλεγες να έχεις ένα στο σπίτι σου.

Κάπως έτσι δημιουργείς εξωτερικούς εχθρούς χωρίς ποτέ ν’ αμφισβητείς τις αρχικές καταχωρήσεις (πολλές από τις οποίες δεν θυμάσαι καν γιατί τις καταχώρησες μηχανικά, υποσυνείδητα). Έτσι έχεις άποψη για τα σκυλιά, τους Τούρκους, τους μαύρους, τους Αμερικανούς, τους ναρκομανείς, τους κλέφτες, τα φίδια, της γυναίκες, την Ιστορία, τη μάθηση και πολλά άλλα. Βασίστηκες για αυτές τις απόψεις, σε ότι έχεις ακούσει, διαβάσει ή βιώσει ο ίδιος στο παρελθόν. Επιτρέπεις τις απόψεις άλλων και στις ερμηνείες του παρελθόντος να σου ορίσουν το παρόν σου.

Δεν αμφισβητείς το βίωμα σου. Δεν αναρωτιέσαι μήπως οι απόψεις των άλλων (όποιοι και αν είναι αυτοί) δεν είναι οι δικές σου. Δεν σκέφτεσαι ότι ο πραγματικός εχθρός ίσως δεν είναι τα σκυλιά, οι Τούρκοι, η κρίση των ιδανικών, η οικονομική κρίση, η εγκληματικότητα, τα ναρκωτικά αλλά ο ίδιος ο φόβος να κρατιέσαι από τις ιδέες που δεν είσαι διατεθειμένος (γιατί φοβάσαι) να παρατήσεις.

Αυτές σου προσφέρουν την ταυτότητα σου και τι είναι ο άνθρωπος χωρίς ταυτότητα, σωστά; Αυτό που δεν σου έχουν πει είναι ότι για να αποκτήσει ο άνθρωπος πραγματική ταυτότητα, χρειάζεται πρώτα να απορρίψει την ταυτότητα που έχει. Χρειάζεται να βγάλει τα ενδύματα που του έχουν φορέσει και να σταθεί γυμνός χωρίς να ντρέπεται αλλά να είναι υπερήφανος για τη γύμνια του.

Η υπερηφάνεια αυτή δεν έχει σχέση με την αλαζονεία της σύγκρισης, της κριτικής, της τοποθέτησης του εαυτού σου πιο πάνω από άλλους. Η πραγματική υπερηφάνεια είναι στην ουσία σιγουριά, η ακλόνητη σιγουριά για αυτό που είσαι, έξω από γνώσεις, αποκτήματα (νοητικά και υλικά), κατακτήσεις. Είναι μαζί και ταπεινότητα, να γνωρίζεις ότι δεν γνωρίζεις, ενώ τολμάς να εμπιστεύεται τη δράση πάνω σε αυτό που κατανοείς τώρα. Μπορείς ταυτόχρονα να μην ξέρεις αλλά να εμπιστεύεσαι, να φοβάσαι αλλά να ενεργείς;

Μην επιτρέψεις σε κανέναν να σου στερήσει το δικαίωμα να μην ξέρεις. Πολύ περισσότερο, μην επιτρέψεις στον εαυτό σου να σου στερήσει αυτό το δικαίωμα, φορώντας ενδύματα άλλων, απλά για να μην αντικρίσεις τη γύμνια σου.

Μη δέχεσαι τίποτα που δεν κατανοείς βιωματικά. Μην υιοθετείς καμιά αλήθεια που δεν είναι δική σου. Μπορείς να ρωτήσεις την άποψη μου, το βίωμα μου ή οποιουδήποτε άλλου, αλλά μόνο πληροφοριακά. Μην το κάνεις δική σου άποψη, δικό σου βίωμα γιατί δεν είναι.

Περισσότερο απ’ όλα αμφισβήτησε τις δικές σου απόψεις, τα δικά σου βιώματα, όχι ως γεγονότα αλλά ως ερμηνείες και συμπεράσματα ενός νου που έχει μάθει να κατατάσσει και να καταχωρεί με βάση το φόβο. Αμφισβήτησε τα πάντα μέχρι να φτάσεις στην αλήθεια που δεν την αγγίζει ο χρόνος, που δεν αλλοιώνεται από ηθικές και κοινωνικές ανάγκες.

Τότε θα μάθεις την Ιστορία, στο βαθμό που εσύ επιλέγεις να ψάξεις μόνος σου και με το δικό σου τρόπο. Αλλά δεν θα την έχεις ανάγκη για να ορίσεις τον εαυτό σου. Γιατί ότι δεν έχεις ανάγκη, μπορείς να το παρατηρείς και να το αποδέχεσαι όπως είναι. Η ανάγκη γεννά το φόβο. Η αποδοχή διευρύνει την αγάπη.


.................

2009/11/06

Ακούμε πραγματικά;




«Είστε καλά ή να βάλω τις φωνές;»

Ο Γιαννάκης άκουγε αυτά τα λόγια μικρός στο χωριό και ήξερε ότι η μητέρα του ετοιμαζόταν να φωνάξει γιατρό ή βοήθεια αν τα παιδιά δεν ήταν καλά. Η Ελενίτσα άκουγε αυτά τα λόγια όταν γυρνούσε ο πατέρας στο σπίτι και ήξερε ότι μια αρνητική απάντηση θα προκαλούσε το θυμό του. Ο Γιώργος σήμερα, πατέρας δύο αγοριών, «προειδοποιεί» ότι ετοιμάζεται να ξεσηκώσει το σπίτι με τραγούδι, χορό, παιχνίδι για να ανεβάσει τη διάθεση των παιδιών του. Ξεκινά μια τρελή, διασκεδαστική πορεία η οποία παρασύρει τα πάντα και τους πάντες στο σπίτι, σε αυτήν. Έχουν μάθει πλέον τα παιδιά να εκμεταλλεύονται αυτή την «απειλή» για να μοιράζονται με τον πατέρα τους ξέγνοιαστες, απολαυστικές στιγμές χαράς και ευτυχίας.

Και όμως, όλα τα παιδιά άκουγαν τις ίδιες λέξεις, στην ίδια γλώσσα. Η ακοή (hearing) αν δεν υπάρχει κάποιο οργανικό πρόβλημα, απλά συμβαίνει. Το πώς ακούμε όμως, τι ακούμε και τι κατανοούμε εξαρτάται από άλλες διαδικασίες που σπάνια αντιλαμβανόμαστε ή ασχολούμαστε με αυτές. Η ακοή με προσοχή (listening) έχει να κάνει με την συνειδητή εστίαση της προσοχής με διαφορετικό τρόπο και την παρατήρηση. Παρατηρείς όταν τολμάς να βγαίνεις έξω από την ασφάλεια των κεκτημένων σου. Ας το εξετάσουμε όμως βιωματικά. Η δημιουργική σκέψη είναι βιωματική γιατί η ζωή μας είναι μόνο γεγονότα.

Πόσο εύκολο είναι να σου λέει κάποιος τον πόνο ή τα προβλήματα του και εσύ «απλά» να ακούς χωρίς να έχεις την ανάγκη να συμβουλέψεις, να πεις την άποψη σου, να κατευθύνεις το συναίσθημα του, να τον βγάλεις από τη θέση που βρίσκεται; Πόσο εφικτό είναι να μην συνεισφέρεις την άποψη σου αν δεν τη ζητήσει ο άλλος με λόγια, «εσύ τι νομίζεις;»

Η αλήθεια είναι ότι σχεδόν ποτέ δεν ακούμε αντικειμενικά και με πλήρη προσοχή. Ακούμε αυτά που θέλουμε και κατανοούμε αυτά που πιστεύουμε ήδη. Αυτό συμβαίνει γιατί ακούμε με το νου αλλά δεν το αντιλαμβανόμαστε. Ο νους (το Εγώ, το αριστερό ημισφαίριο για όσους παρακολουθούν τα άρθρα της στήλης) φιλτράρει τις πληροφορίες μέσα από τις ανάγκες, τις απόψεις, τις πεποιθήσεις, τις επιθυμίες, τους φόβους του.

Έτσι, όταν ο άλλος μιλάει, εσύ σκέφτεσαι πώς αυτό που λέει ταιριάζει με όσα ήδη ξέρεις, πώς σε επηρεάζει ή άποψη του, το καθαριστήριο που πρέπει να πας το απόγευμα, ένα σημαντικό τηλεφώνημα που ξέχασες να πάρεις το πρωί, πώς είναι έτσι τα μαλλιά του, τα ρούχα του, ότι βαριέσαι και θέλεις να φύγεις, έχεις και ένα σημαντικό ραντεβού να προλάβεις, διερωτάσαι γιατί τα λέει όλα αυτά και τι να θέλει από σένα κ.λ.π.

Είμαστε τόσο απασχολημένοι με αυτόν τον εσωτερικό διάλογο, που τις περισσότερες φορές δεν αντιλαμβανόμαστε καν, ώστε είναι αδύνατον να εστιάσουμε απόλυτα την προσοχή μας στον άλλον και να ακούσουμε πραγματικά. Καμιά προσπάθεια και καμιά επιβολή δεν πρόκειται να σταματήσει τον εσωτερικό θόρυβο και να μας επιτρέψει να αφιερώσουμε πλήρως την προσοχή μας στον άλλον. Ο εαυτός μας θέλει να ελέγχει, να προλαβαίνει, να αμυνθεί, να βρίσκεται σε ετοιμότητα για τυχόν επίθεση. Είτε αντιλαμβανόμαστε είτε όχι τον εσωτερικό διάλογο, συμβαίνει διαρκώς και βρίσκεται έξω από τον έλεγχο μας μέχρι να αποφασίσουμε συνειδητά να του δώσουμε την προσοχή μας. Ακριβώς ότι θέλουν και οι άλλοι από μας αλλά αδυνατούμε να το πετύχουμε εξωτερικά αν δεν το κάνουμε πρώτα εσωτερικά.

Σίγουρα δεν είναι κάτι που έχουμε καλλιεργήσει ούτε έχουμε εκπαιδευτεί να κάνουμε. Είναι μια διαδικασία που μας βγάζει από τη ζώνη άνεσης και απειλεί συθέμελα τα κεκτημένα του Εγώ. Μάλιστα έχουμε πλέον διάφορους τρόπους να αποφεύγουμε να ακούμε με προσοχή τον εαυτό μας, αφού μας τρομάζει τι μπορεί να ανακαλύψουμε:

• Έχουμε μόνιμα αναμμένη την τηλεόραση ως «χαλί» στη γυμνή ζωή μας και ως παρέα στην εσωτερική μας μοναξιά.

• Διασκεδάζουμε, περπατάμε, τρέχουμε, ταξιδεύουμε με δυνατή μουσική στ’ αυτιά μας - κάτι που ενθαρρύνει και βοηθάει η τεχνολογία και τα σύγχρονα gadget.

• Ζούμε μόνιμα στο παρελθόν και στο μέλλον αναπαράγοντας στη φαντασία μας παλιά γεγονότα φτιάχνοντας σενάρια βάση αυτών (των παρελθοντικών γεγονότων) για το μέλλον. Έτσι πιστεύουμε ότι οχυρωνόμαστε στο αναπάντεχο που δεν έχουμε μάθει να δεχόμαστε και δεν εμπιστευόμαστε.

• Μιλάμε ακατάπαυστα στο τηλέφωνο, σε παρέες, γραπτώς με μηνύματα, διαδικτυακά πιστεύοντας ότι έτσι επιτυγχάνουμε την επικοινωνία και την επαφή που έχουμε ανάγκη, ουσιαστικά αποφεύγοντας να μείνουμε μόνοι με τον εαυτό μας.

• Ερμηνεύουμε τη μοναχικότητα ως μοναξιά και θεωρούμε βαρετή και αρνητική την παρέα του εαυτού μας. Δημιουργούμε σχέσεις περιστασιακές, επιφανειακές, ευκαιριακές για να καλύπτουμε το εσωτερικό κενό για να μη μένουμε μόνοι.

Πάντα η κατανόηση αφορά προσωπική, αντικειμενική παρατήρηση της ίδιας της ζωής μας:

• Ο Γιαννάκης ρωτάει τη δασκάλα να του εξηγήσει, γιατί δεν κατάλαβε αυτό που μόλις είπε. Η δασκάλα επαναλαμβάνει τα ίδια ακριβώς λόγια λίγο πιο αργά ή λίγο πιο δυνατά, λες και ο Γιαννάκης είναι κουφός.

• Ο γονιός υποθέτει και συμπεραίνει για το παιδί του χωρίς να ρωτήσει (με την πρόθεση να παραμείνει ανοιχτός χωρίς απόψεις, χωρίς να προαποφασίζει) γιατί πιστεύει ότι γνωρίζει το «δικό του» παιδί… το ίδιο συμβαίνει συχνά και ανάμεσα στους συντρόφους που θεωρούν ο ένας τον άλλον δεδομένο.

• Στο φούρνο η υπάλληλος είναι χαμένη στις σκέψεις της και δεν σε κοιτάει στα μάτια ούτε ασχολείται πραγματικά μαζί σου, παρά εκτελεί μηχανικά τις πράξεις στην ταμειακή. Αλλά ούτε και εσύ της δίνεις περισσότερη σημασία αφού θεωρείς έλλειψη σεβασμού εκ μέρους της την «αδιαφορία» της στο πρόσωπο σου.

Μιλάμε αλλά δεν ακούμε. Ακούμε αλλά όχι με προσοχή – όχι με εστιασμένη την προσοχή μας. Η ακοή με προσοχή αφορά πάντα το παρόν. Είναι η αντικειμενική παρατήρηση που γίνεται με όλες τις αισθήσεις, με όλη την ενέργεια σου, με τη συνειδητή και εστιασμένη θέληση σου. Αφορά να βρίσκεσαι εδώ, τώρα. Δεν μπορείς να βρίσκεσαι ταυτόχρονα στο παρελθόν ή στο μέλλον και την ίδια στιγμή να βρίσκεσαι στο παρόν. Ο τεμαχισμός του χρόνου σε γραμμική πραγματικότητα είναι ιδιότητα του αριστερού ημισφαιρίου του εγκεφάλου. Η ακοή με προσοχή στο παρόν είναι λειτουργία του δεξιού ημισφαιρίου του εγκεφάλου.

Τότε ακούμε πολύ περισσότερα από τις λέξεις που προφέρονται: κοιτάμε τον άλλον στα μάτια, παρατηρούμε τη γλώσσα του σώματος του, την έκφραση του προσώπου του. Ακούμε τον τόνο της φωνής, το ύφος της έκφρασης, παρατηρούμε την επιλογή των λέξεων, τη διαδικασία της σκέψης του μέσα από τις εικόνες που μας δίνει. Ακούμε τις παύσεις χωρίς να νοιώθουμε την ανάγκη να τις γεμίζουμε με δικές μας λέξεις, δικές μας απόψεις. Είναι σημαντικές οι παύσεις, όσο σημαντικές είναι στη μουσική, για να είναι μελωδία και όχι θόρυβος.

Τότε συμμετέχουμε ενεργητικά σε αυτά που ακούμε. Τότε σεβόμαστε αυτόν που μιλά (και τον εαυτό μας γιατί νοιώθουμε ασφάλεια) και είμαστε πρόθυμοι να αντιληφθούμε και να κατανοήσουμε τη δική του πραγματικότητα. Ακούμε βιωματικά. Διακόπτουμε μόνο με ερωτήσεις που μας δίνουν τις απαραίτητες διευκρινήσεις που χρειαζόμαστε για να συμπληρώσουμε την εικόνα που ο άλλος μας δίνει και όχι αυτήν που θέλουμε να δημιουργούμε μόνοι μας υποθέτοντας, κρίνοντας και συμπεραίνοντας.

Γιατί ο καθένας έχει μια εντελώς υποκειμενική, προσωπική πραγματικότητα. Ακούω ουσιαστικά σημαίνει ότι είμαι πρόθυμος να «μπω» στη δική του πραγματικότητα, χωρίς να φοβάμαι να «εγκαταλείπω» τη δική μου. (Δεν εγκαταλείπουμε τίποτα στην πραγματικότητα). Δεν είναι «σωστή» ή «λάθος» οποιαδήποτε πραγματικότητα. Είναι απλά αυτό που είναι.

«Αν θέλεις να κατακτήσεις την ευτυχία, πρέπει να προχωρήσεις πέρα από το Εγώ σου και τον εσωτερικό διάλογο. Πρέπει να πάρεις την απόφαση να παραιτηθείς από την ανάγκη ελέγχου, την ανάγκη να σε αποδέχονται και την ανάγκη της κριτικής. Αυτά είναι τα τρία πράγματα που το Εγώ κάνει όλη την ώρα. Είναι σημαντικό να τα εντοπίζεις, κάθε φορά που εμφανίζονται» (Deepak Chopra).

Όταν ακούς με αυτόν τον τρόπο, τότε μπορείς να αντικρίζεις με εμπιστοσύνη τη ζωή, να είσαι αυθεντικός, να βασίζεσαι στη διαίσθηση σου (όχι το ένστικτο), να είσαι αυθόρμητος (όχι παρορμητικός). Η ακοή με προσοχή είναι η πρώτη πράξη αγάπης, συμπόνιας, κατανόησης.

................