Δεν υπάρχει τομέας της ζωής μας ή κάποια άκρη του νου μας που η ενοχή να μην έχει ύπουλα εισχωρήσει και επηρεάσει. Δηλητηριάζει τη σκέψη μας, εμποδίζει τα βήματα μας, κρύβει την αλήθεια και οδηγεί με σίγουρο τρόπο στο θάνατο (απομόνωση, στέρηση, αρρώστια). Η ενοχή είναι το αποτέλεσμα της ιδέας που έχουμε, βαθιά μέσα μας, για τον εαυτό μας. Εύκολα γίνεται αντιληπτή, πίσω από κάθε αμφιβολία μας, πίσω από κάθε δίλλημα, κάθε φορά που μετανιώνουμε για ό,τι κάναμε ή δεν κάναμε, όταν δεν εμπιστευόμαστε, κάθε φορά που γυρνάμε στο παρελθόν. Έχοντας πιστέψει ότι είμαστε αυτό το μικρό και ασήμαντο ανθρωπάκι που παραπατά, είναι επιρρεπή στο «κακό», είναι καταδικασμένο να πεθάνει, αναζητάμε (συνειδητά ή ασυνείδητα) την τιμωρία σε κάθε γωνία, βλέπουμε το σκοτάδι σε κάθε μας κίνηση. Με βάση ένα τέτοιο καταστροφικό προγραμματισμό, κρίνουμε, κατηγορούμε, βιώνουμε επανειλημμένα το θάνατο, ενώ αναζητούμε τη λύτρωση που δεν έρχεται ποτέ μέσα από τέτοιες πρακτικές.
Αδυνατούμε να δούμε το δικό μας αρχικό, νοητικό δημιούργημα και έτσι βλέπουμε γύρω μας τους πολλαπλούς καθρέφτες (σύμβολα αυτού που δώσαμε και είμαστε) που ενισχύουν ακόμα περισσότερο την αρχική ενοχή και αυτό-ακύρωση μας. Ενοχοποιούμε τους εαυτούς μας ή άλλους, κατηγορούμε τον εαυτό μας ή άλλους, αισθανόμαστε οίκτο για μας ή για άλλους, στερούμαστε και στερούμε από άλλους, κ.λ.π. αναζητώντας την τιμωρία μας (και των άλλων) ουσιαστικά ψάχνοντας μέσα από αυτήν, τη δικαίωση μας.
Κουβαλάμε με θαυμασμό το σταυρό που οι ίδιοι έχουμε επιβάλει στον εαυτό μας (αλλά πιστεύουμε ότι μας έχει επιβληθεί), γινόμαστε «μάρτυρες» της ζωής πιστεύοντας ότι υπάρχουμε για να υποφέρουμε (και αυτό είναι αρετή), περιμένοντας σωτηρία από αλλού (αφού εμείς είμαστε ασήμαντοι, ανίκανοι και αδύναμοι) σε κάποιο αόριστο μέλλον (γιατί η ενοχή μας παγιδεύει στο παρελθόν) ακυρώνοντας έτσι το παρόν και τη μοναδική επιλογή της δράσης μας σε αυτό.